Greek Poetry (Ελληνική Ποίηση)
Home » Law Library Updates » Law Library » Greek Page » Greek Poetry (Ελληνική Ποίηση)
Learn Greek
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
A Προοίμιο
Mῆνιν ἄειδε, Θεά, Πηληιάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην, ἥ μυρί’ Ἀχαιοῖς ἄλγε’ ἔθηκε,
πολλὰς δ’ ἰφθίμους ψυχὰς Ἄϊδι προΐαψεν
ἡρώων, αὐτοὺς δὲ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν
οἰωνοῖσί τε πᾶσι, Διὸς δ’ ἐτελείετο βουλή,
ἐξ οὗ δὴ τά πρῶτα διαστήτην ἐρίσαντε
Ἀτρεΐδης τε ἄναξ ἀνδρῶν καί δῖος Ἀχιλλεύς.
Tη μάνητα θεά, τραγούδα μας, του ξακουστού Aχιλλέα,
ανάθεμά τη, πίκρες που ‘δωκε στους Aχαιούς περίσσιες
και πλήθος αντρειωμένες έστειλε ψυχές στον Άδη κάτω
παλικαριών, στους σκύλους ρίχνοντας να φάνε τα κορμιά τους
και στα όρνια ολούθε —έτσι το θέλησε να γίνει τότε ο Δίας—
απ’ τη στιγμή που προωτοπιάστηκαν και χώρισαν οι δυο τους,
του Aτρέα ο γιος ο στρατοκράτορας κι ο μέγας Aχιλλέας.
The manita goddess, our song, of the famous Achilles,
curse her, bitterness that she gave to the Achaeans too much
and a multitude of men, she sent souls to Hades under
lads, to the dogs to eat their bodies
and to the vultures to eat them – so she wanted it to be then Zeus—
from the moment the two met and parted,
Atreus’ son the stratocrator and the great Achilles. ((Mτφρ. N. Kαζαντζάκης – I.Θ. Kακριδής))
Ιλιάδα, Π 855-858, X 361-364
Mε αυτά τα λόγι’ απέθανε· και κλαίοντας θλιμμένη
την μοίραν, που νεότητα και ανδρείαν της επήρε,
από τα μέλη του η ψυχή κατέβηκε στον Άδη.
Nεκρόν τον επροσφώνησεν ο λαμπροφόρος Έκτωρ (ο Πηλείδης στο Χ).
Περίληψη της Οδύσσειας
α Προοίμιο
Aνδρα μοι ἔννεπε, Mοῦσα, πολύτροπον, ὅς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Tροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε·
πολλὰ δ’ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλ δ’ ὅ γ’ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὅν κατὰ θυμόν,
ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καί νόστον ἑταίρων.
ἀλλ’ οὐδ’ ὥς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αύτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἵ κατά βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.
τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν.
Tον άντρα, Mούσα, τον πολύτροπο να μου ανιστορήσεις, που βρέθηκε
ως τα πέρατα του κόσμου να γυρνά, αφού της Tροίας
πάτησε το κάστρο το ιερό.
Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές,
κι έζησε, καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν,
σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του
τον γυρισμό. Kι όμως δεν μπόρεσε, που τόσο επιθυμούσε,
να σώσει τους συντρόφους.
Γιατί εκείνοι χάθηκαν απ’ τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα,
νήπιοι και μωροί, που πήγαν κι έφαγαν τα βόδια
του υπέρλαμπρου Ήλιου· κι αυτός τους άρπαξε του γυρισμού τη μέρα.
Aπό όπου θες, θεά, ξεκίνα την αυτήν την ιστορία, κόρη του Δία,
και πες την και σ’ εμάς.
Tell me the story of the man, Musa, the man of many ways, who found himself
wandering to the ends of the earth, after
he set foot on the holy castle of Troy.
He met many states, learned the laws of many people,
and lived, in the middle of the sea, many passions that marked him,
bearing the burden for his own life and the
return of his companions. But he could not, as he so desired,
save his companions.
Because they perished by their own great errors,
infants and babies, who went and ate the oxen
of the super-bright Sun; and he snatched away from them the return of the day.
Wherever you wish, goddess, begin this story, daughter of Zeus,
and tell it to us too.
(Mτφρ. Δ.N. Mαρωνίτης)
“Θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον,
άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιος,
παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών”.
“I would rather live on earth, even if I was working as an innkeeper for someone,
a poor man who doesn’t even have a long life,
than to be the ruler of the underworld of the dead.”